γάνωμα

γᾰν-ωμα, ατος, τό,
A = γάνος, brightness, brilliance, prob. in IG4.1484.97 (Epid., iv B. C.), Plu.2.48d, 50a.
II joy, gladness, Ph.1.335, al.
III lacker,

ἔστω τὸ γ. τοῦ χαλκοῦ μόλιβδος Aët.6.58

.
2 metaph. of internal membranes or coats,

τὸ γ. τῶν ἐντέρων Alex.Trall.9.3

, cf. Sever.Clyst.p.34D.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γάνωμα — brightness neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάνωμα — το (AM γάνωμα) [γάνος] 1. στιλπνότητα, γυαλάδα 2. επάλειψη τής εσωτερικής επιφάνειας χάλκινων σκευών με κασσίτερο νεοελλ. 1. η επάλειψη πήλινου αγγείου με υλικό λείο και λαμπερό 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα γανώματα τα χαλκώματα, τα χάλκινα… …   Dictionary of Greek

  • γάνωμα — το η επικάλυψη της επιφάνειας διάφορων μετάλλων με κασσίτερο με ηλεκτρολυτική μέθοδο, η επικασσιτέρωση: Η κατσαρόλα ήθελε γάνωμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γανώματα — γάνωμα brightness neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γανώματι — γάνωμα brightness neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γανώματος — γάνωμα brightness neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλοιφή — η (Α ἀλοιφή) 1. αυτό με το οποίο αλείφει ή αλείφεται κάποιος, επίχρισμα 2. φαρμακευτικό παρασκεύασμα από λίπος και άλλες ουσίες, που χρησιμεύει για την επάλειψη τού σώματος, για θεραπευτικούς ή καλλωπιστικούς σκοπούς 3. μίγμα χρήσιμο για γάνωμα,… …   Dictionary of Greek

  • γάνωσις — γάνωσις, η (AM) [γανώ ( όω)] το γάνωμα χάλκινου σκεύους με κασσίτερο αρχ. η στίλβωση («ἡ γάνωσις τοῡ ἀγάλματος», Πλούτ.) …   Dictionary of Greek

  • γανωματής — ο [γάνωμα] εκείνος που γανώνει, που επαλείφει με κασσίτερο χάλκινα σκεύη …   Dictionary of Greek

  • καλάισμα — το [καλαΐζω] η επάλειψη τών χαλκωμάτων με κασσίτερο, κασσιτέρωση, επικασσιτέρωση, γάνωμα …   Dictionary of Greek

  • κασσιτέρωμα — το κασσιτέρωση, γάνωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κασσιτερώνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1847 στον Γρηγόριο Χαντσερή] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.